Λίγα λόγια για τις καταγγελίες

Με την έναρξη του κινήματος #me too στην Ελλάδα άνοιξε ένας κύκλος καταγγελιών που αφορούσαν κακοποιητικές συμπεριφορές (λεκτική, ψυχολογική, σωματική βία), περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης και παρενόχλησης. Οι καταγγελίες αφορούσαν από σημαντικούς παράγοντες του αθλητισμού, θεάτρου, πολιτικής, μέχρι ανθρώπους της διπλανής πόρτας. Για πρώτη φορά είδαμε ότι οι φωνές των θυμάτων μπορούσαν να ακουστούν, παρά την έντονη προσπάθεια των συντηρητικών αλλά και όσων δεν τους βόλευε κάτι τέτοιο να τις κάνουν ξανά να σωπάσουν. Για πρώτη φορά τα επιζώντα άτομα παίρνοντας δύναμη το ένα από το άλλο άρχισαν να μιλάνε για τα βιώματα τους, να στέκονται αποφασιστικά απέναντί στους κακοποιητές τους και να προβαίνουν σε καταγγελίες είτε νομικές, είτε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είτε στα πλαίσια κοινοτήτων, κ.α. Ως κοινωνία, αφού πρώτα τάχα δεν γνωρίζαμε για όλα αυτά και σοκαριστήκαμε, έπειτα αρχίσαμε να αποκτάμε άποψη και να παίρνουμε θέση. Άλλοι σταθήκαμε με τις επιζήσαντες/ τα επιζήσαντα και άλλοι άρχισαν τα: «γιατί τώρα», «έλα που δεν το ήθελε», «γιατί δεν έφυγε», «τι νόημα έχουν όλα αυτά» και άλλες πολλές εμετικές θέσεις που έχουμε ακούσει ουκ ολίγες φορές.

Έχοντας τα παραπάνω κατά νου αξίζει να εξετάσουμε πιο προσεκτικά ορισμένα ζητήματα όπως τα θετικά που μπορούν να προκύψουν από μία καταγγελία, καθώς και τις δυσκολίες που καλείται το καταγγέλον άτομο να αντιμετωπίσει.

Ρόλος/στόχος καταγγελίας

Ένα από τα σημαντικότερα θετικά που μπορεί να προκύψει από μία καταγγελία είναι ότι μόνο και μόνο η διαδικασία του μοιράσματος ενός βιώματος μπορεί να έχει θεραπευτικό χαρακτήρα. Το μοίρασμα είναι πολύ σημαντικό κομμάτι καθώς συχνά τα άτομα που βρίσκονται σε κακοποιητικά περιβάλλοντα είναι απομονωμένα είτε λόγω χειρισμών του θύτη, είτε λόγω εξωτερικών παραγόντων. Η καταγγελία μπορεί να βοηθήσει να σπάσει η αίσθηση απομόνωσης καθώς δημιουργείται η ευκαιρία να δεχτεί το άτομο στήριξη. Επίσης, είναι συχνό άτομα που υφίστανται προβληματικές συμπεριφορές να πείθονται ότι φταίνε τα ίδια για αυτές, ότι τις προκαλούν ή ακόμα και ότι τις αξίζουν. Το να σπάσει κάποια/ο τη σιωπή σημαίνει ότι αναγνωρίζει πλέον ότι δεν πρέπει να κατηγορεί τον εαυτό της/του για τις συμπεριφορές/πράξεις κάποιου άλλου. Ταυτόχρονα, η καταγγελία είναι μία πρώτη μορφή ανάληψης δράσης απέναντι σε προβληματικές1 συμπεριφορές οπότε μπορεί να λειτουργήσει θετικά σε ένα πλαίσιο ενδυνάμωσης.

Ένας ακόμα πολύ σημαντικός ρόλος των καταγγελιών είναι ότι η δημοσιοποίηση τους μπορεί να βοηθήσει άλλα άτομα, αφενός σπάζοντας και σε εκείνα την αίσθηση της απομόνωσης δείχνοντας ότι υπάρχουν κι άλλα άτομα που ζουν ανάλογες καταστάσεις και αφετέρου προσφέροντας τα εργαλεία για αναγνώριση προβληματικών συμπεριφορών. Η αναγνώριση των συμπεριφορών αν γίνει από τα άτομα που τις υφίστανται μπορεί να τα βοηθήσει να απεγκλωβιστούν από ένα βλαπτικό περιβάλλον. Είναι παράλληλα πιθανό μια καταγγελία να σταθεί αφορμή ώστε άτομα με ροπή προς βλαπτικές συμπεριφορές να τις αναγνωρίσουν και να προσπαθήσουν να τις αποβάλουν/εξαλείψουν, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να αποκτά πιο οξυμένα αντανακλαστικά και ο περίγυρος.

Στις περιπτώσεις δε που η καταγγελία πραγματοποιείται κατονομάζοντας τον θύτη, αυτή αποτελεί και μία προειδοποίηση σε επόμενα πιθανά θύματα συντελώντας με αυτόν τον τρόπο σε μια κατεύθυνση προστασίας τους.

Οι καταγγελίες επίσης ήταν αυτές που έφεραν διάφορα προβλήματα που πηγάζουν από την πατριαρχία στη δημόσια σφαίρα. Σε αυτό το σημείο οφείλουμε να κάνουμε μία σημαντική παρένθεση. Πίσω από κάθε περιστατικό έμφυλης βίας, από την λεκτική και σωματική παρενόχληση, τη σωματική και ψυχολογική κακοποίηση, την παραβίαση ή ακόμα και τη γυναικοκτονία μπορούν να βρεθούν οι ίδιες παθογένειες που οδήγησαν σε αυτά. Είναι η αντίληψη ότι οι γυναίκες πρέπει να είναι φροντιστικές, υπομονετικές και υπάκουες, ότι υπάρχουν για να καλύπτουν τις ανάγκες των άλλων. Είναι το ότι οι “άντρες δεν κλαίνε” και ότι η επιτυχία τους εξαρτάται από το πόσες ερωτικές κατακτήσεις έχουν. Είναι η ίδια η νοοτροπία της κτήσης μιας γυναίκας λες και είναι αντικείμενο και η αντίληψη της ατίμωσης εάν δεν είναι “πιστή” ή δεν υπακούει τις εντολές. Είναι όλα τα στερεότυπα που μας έχουν επιβάλλει από την κούνια ως προς τους έμφυλους ρόλους και τη σεξουαλικότητα. Εν ολίγοις, είναι η πατριαρχία. Αυτό είναι εξαιρετικά μεγάλης σημασίας να γίνει αντιληπτό, γιατί μόνο τότε θα μπορέσει να αλλάξει η κατάσταση. Γυρνώντας λοιπόν στο ρόλο των καταγγελιών, είδαμε ότι η συχνή ανάδειξή τους  κοινωνικά, μεταξύ άλλων σε ΜΜΕ και social media, έχει συντελέσει στο να συζητάει όλο και παραπάνω κόσμος για τα παραπάνω θέματα. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι από όταν άρχισαν να δημοσιοποιούνται καταγγελίες γεννήθηκαν πολλές παραπάνω φεμινιστικές ομαδοποιήσεις ενώ η συζήτηση έχει ανοίξει και ανάμεσα σε άντρες (που βρίσκονται συχνότερα στο ρόλο του θύτη).

Στον αντίποδα των παραπάνω θετικών επιδράσεων να σημειώσουμε ότι παρατηρούμε ότι όσο πιο έντονα αναδεικνύονται έμφυλα ζητήματα, τόσο πιο πεισματικές και οπισθοδρομικές γίνονται οι αντιδράσεις (ενδεικτικά: γιατί λέμε γυναικοκτονία για φόνους γυναικών και όχι ανδροκτονία για φόνους αντρών, μόνιμη δυσπιστία απέναντι σε εξιστορήσεις γυναικών, δυσφορία σε συζητήσεις όταν προσπαθεί κάποιο άτομο να αναδείξει τις επιρροές της πατριαρχίας σε καταστάσεις, απαγόρευση αμβλώσεων κ.α). Παράλληλα, οι αντιδράσεις αυτές που στρέφονται απέναντι στις θηλυκότητες που εναντιώνονται στους καταπιεστές τους καθώς και το γεγονός ότι συχνά οι θύτες (γυναικοκτόνοι, βιαστές, παιδοβιαστές, κακοποιητές) τη βγάζουν καθαρή, ενδέχεται να δρα ενθαρρυντικά στους όμοιούς τους καθώς πιστεύουν  ότι δεν έχουν τίποτα να χάσουν.

Ποιές οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει το άτομο που προβαίνει σε καταγγελία;

Καταρχάς, η έκθεση ενός επώδυνου βιώματος στη δημόσια σφαίρα είναι ιδιαίτερα επίπονη και αποτελεί τεράστια έκθεση της προσωπικής ζωής. Το άτομο που επεξεργάζεται να βγάλει καταγγελία γνωρίζει εκ των προτέρων ότι για πολύ καιρό η καταγγελία αυτή θα το χαρακτηρίζει, ότι πολλοί θα θεωρούν ότι αυτά που ειπώνονται είναι ψέματα ή υπερβολές ( ένα κλασσικό στερεότυπο της πατριαρχίας είναι αυτό που θέλει τις γυναίκες υστερικές, υπερβολικές, ψεύτρες), ενώ άλλοι θα το μεταχειρίζονται ως θύμα προς λύπηση που χρειάζεται να του πουν τι να κάνει γιατί δεν το θεωρούν αρκετά ισχυρό ώστε να πάρει μόνο του αποφάσεις για τη ζωή του.

Η δυσπιστία που υπάρχει στην κοινωνία μπορεί να οδηγήσει σε περίεργα μονοπάτια. Μπορεί το άτομο που καταγγέλλει βία να βρεθεί κατηγορούμενο, ακόμα και να αυξηθεί η απειλή απέναντί του. Ανεξάρτητα από το είδος της καταγγελίας και την οδό που θα επιλεχθεί για να κινηθεί το ζήτημα συχνά η έμφυλη βία είναι πολύ δύσκολο να έχει χειροπιαστές αποδείξεις και καθώς τα περισσότερα περιστατικά γίνονται απουσία μαρτύρων είναι πολύ εύκολο να αμφισβητηθούν όσα καταγγέλλονται. Επιπλέον, ένα τεράστιο φάσμα έμφυλης βίας αποτελεί η ψυχολογική βία (εκφοβισμός, υποτίμηση, να σε βγάζουν τρελή/ό κλπ) κάτι που είναι ακόμα πιο δύσκολο να αποδειχθεί. Ακόμα όμως και σε περιπτώσεις βιασμών, ή σωματικής βίας η ίδια η διαδικασία στην οποία πρέπει να υποβληθεί κάποια/ο είναι επίπονη και συντελεί στον επανατραυματισμό. Ενδεικτικά, αν επιλεχθεί νομική οδός για την καταγγελία ενός βιασμού, είναι απαραίτητο να μην κάνει μπάνιο μέχρι να πραγματοποιηθεί ιατροδικαστική εξέταση η οποία συχνά καθυστερεί για μέρες. Όσον αφορά τη θεσμική οδό οι δυσκολίες είναι ακόμα μεγαλύτερες καθώς δεν υπάρχουν επαρκείς δομές/διαδικασίες για την προστασία ενώ οι περισσότερες κινήσεις (πέρα από αναποτελεσματικές για την προστασία) απαιτούν και την οικονομική ευχέρεια, κάτι που γίνεται ακόμα πιο εμφανές αν μια υπόθεση καταλήξει στα δικαστήρια.

Σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας τίθεται και το ζήτημα τι θα απογίνουν τα παιδιά, ειδικά σε αυτήν την περίοδο όπου είναι ψηφισμένος ο νόμος για τη συνεπιμέλεια. Αν φύγει μια γυναίκα και πάρει μαζί της τα παιδιά μπορεί να κατηγορηθεί για απαγωγή, ενώ το να τα αφήσει με τον κακοποιητή της τα αφήνει σε κίνδυνο.

Τα πράματα είναι ακόμα πιο δύσκολα όταν τα άτομα που υφίστανται κακοποίηση υφίστανται κι άλλες καταπιέσεις πέρα από τις έμφυλες, όπως οι μετανάστριες, οι τοξικοεξαρτημένες, οι φτωχές, οι κρατούμενες, οι σεξεργάτριες/θύματα trafficking, trans άτομα κ.α..  Τις περισσότερες περιπτώσεις δεν αναδεικνύονται καν οι ιστορίες τους, ενώ ακόμα κι αν ακουστούν έρχονται αντιμέτωπες/α με ακόμα πιο έντονη δυσπιστία, ενώ συχνά η δεινή τους θέση τις/τα αναγκάζει να μένουν με τους καταπιεστές τους. Για αυτό άλλωστε και παρατηρούνται κακοποιητικές/παραβιαστικές συμπεριφορές απέναντί σε διπλά καταπιεσμένες θηλυκότητες. Επομένως είναι πολύ σημαντικό σε όσους αναρωτιούνται “γιατί δε μίλησε, γιατί δεν έφυγε νωρίτερα” να αναρωτιούνται πρώτα αν υπήρχαν οι συνθήκες για να το κάνουν και σε 2ο βαθμό να αναρωτηθούν αν οι ίδιοι έχουν συντελέσει στο να γίνουν ευνοϊκότερες οι συνθήκες ώστε την επόμενη φορά να καταφέρει κάποια/ο να φύγει “νωρίς”.

Να δημιουργήσουμε τις συνθήκες που θα οδηγούν στην προστασία και ενδυνάμωση των επιζώντων ατόμων και όχι στον επανατραυματισμό τους.

Να ενθαρρύνουμε τα άτομα που βιώνουν κακοποίηση ή βρίσκονται σε κακοποιητικό περιβάλλον, να απεμπλακούν από τους κακοποιητές τους όταν νιώσουν τα ίδια έτοιμα.

Όλες/ όλα/ όλοι μαζί να γίνουμε το ανάχωμα στην επέλαση της πατριαρχίας, του κράτους και του καπιταλισμού.

Στεκόμαστε δίπλα σε κάθε επιζών/επιζώσα έμφυλης βίας.

 

1. προβληματικό-βλαπτικό περιβάλλον/συμπεριφορές μπορεί να αναφέρεται σε πιεστικές, παρενοχλητικές, παραβιαστικές, κακοποιητικές συμπεριφορές/καταστάσεις.